αγωνιώ


αγωνιώ
αγωνιώ βλ. πίν. 60 (μόνο στον ενεστ. και παρατατ.)

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αγωνιώ — (Α ἀγωνιῶ, άω) [ἀγωνία] κατέχομαι από αγωνία, ανησυχώ υπερβολικά, φοβάμαι νεοελλ. καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια για να πετύχω κάτι, παιδεύομαι, μοχθώ αρχ. αγωνίζομαι με προθυμία και ζήλο, παλεύω, συναγωνίζομαι …   Dictionary of Greek

  • αγωνιώ — [агонио] р. находиться в агонии, беспокоиться …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αγωνιώ — (μόνο στον ενεργ. ενεστ. και πρτ.), κατέχομαι από αγωνία, ανησυχώ πολύ: Αγωνιά για να μάθει τα αποτελέσματα των εξετάσεων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀγωνιῶ — ἀ̱γωνιῶ , ἀγωνιάω contend eagerly imperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀγωνιάω contend eagerly pres imperat mp 2nd sg ἀγωνιάω contend eagerly pres subj act 1st sg (attic epic ionic) ἀγωνιάω contend eagerly pres ind act 1st sg (attic epic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀγωνίῳ — Ἀγώνιος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγωνίῳ — ἀγώνιος of masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναγωνιώ — συναγωνιῶ, άω, Α [ἀγωνιῶ] αγωνιώ μαζί με κάποιον («αὐτὸν δὲ καὶ τοὺς φίλους συναγωνιῶντας», Πλούτ.) αρχ. βοηθώ στον αγώνα, συναγωνίζομαι …   Dictionary of Greek

  • υπαγωνιώ — άω, Α αγωνιώ λίγο, έχω μικρή αγωνία. [ΕΤΥΜΟΛ. < υπ(ο) * + ἀγωνιῶ] …   Dictionary of Greek

  • υπεραγωνιώ — άω, Α [ἀγωνιῶ] αγωνιώ για κάποιον, έχω μεγάλη αγωνία για κάποιον …   Dictionary of Greek

  • TREPIDIARII Equi — memorantur Vegetio, de Arte Veterin. l. 1. c. 56. Quod nihilominus inventum constat a Parthis, quibus consuetudo est equorum gressus ad delicias dominorum hâc arte mollire: non enim circulis atque ponderibus praegravant, ut soluti ambulare… …   Hofmann J. Lexicon universale